Το 1955, η διεθνής συγκυρία ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη. Στο Λονδίνο πραγματοποιήθηκε η Τριμερής Διάσκεψη (Αύγουστος–Σεπτέμβριος 1955) με τη συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ελλάδας και της Τουρκίας, με αντικείμενο το Κυπριακό ζήτημα.

Η διάσκεψη δεν κατέληξε σε συγκεκριμένες αποφάσεις ή συμφωνία, καθώς αυτό δεν αποτελούσε βασικό στόχο της Βρετανίας. Ωστόσο, είχε σημαντικές πολιτικές συνέπειες. Η Βρετανία κάλεσε την Τουρκία ως «ενδιαφερόμενο μέρος» — επιλογή που αποδέχτηκε η Ελλάδα ενάντια σε κάθε λογική — ανατρέποντας την έως τότε αντίληψη ότι το ζήτημα αφορούσε μόνο την Ελλάδα, τη Βρετανία και τους Κυπρίους. Έτσι. Η Τουρκία επέστρεψε μετά τη συμφωνία της Λοζάνης του 1823 σε εδάφη που είχαν τεθεί εκτός των συνόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Για πρώτη φορά, η Τουρκία διατύπωσε ξεκάθαρα τη θέση ότι η Κύπρος δεν μπορεί να ενωθεί με την Ελλάδα, αφήνοντας παράλληλα να διαφανεί η ιδέα της διχοτόμησης. Παράλληλα, η Βρετανία απέφυγε να δεσμευτεί ως προς την αυτοδιάθεση, επιδιώκοντας να διατηρήσει τον έλεγχο του νησιού για στρατηγικούς λόγους. Η διάσκεψη κατέρρευσε χωρίς αποτέλεσμα, και το κλίμα επιδεινώθηκε δραματικά λίγο αργότερα με τα Σεπτεμβριανά στην Κωνσταντινούπολη, που επηρέασαν έντονα τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Σεπτεμβριανά.

Η Βρετανία, μετά το 1950, είχε ένα βασικό πρόβλημα: Η Κύπρος, έβραζε. Γίνονταν καθημερινές διαδηλώσεις και ένοπλος αγώνας, που αντιμετωπίστηκαν με βίαιες καταστολές από τους βρετανούς. Το Κυπριακό, από ελληνοβρετανική υπόθεση γίνονταν διεθνή κρίση. Η Βρετανία αδυνατούσε να κρατήσει την Κύπρο ήσυχη, αλλά με τίποτα δεν ήθελε να δώσει την Κύπρο στην Ελλάδα (λόγω βάσεων, τον Ψυχρό Πόλεμο, την κρίση του Σουέζ που ήταν προ των πυλών). Οι Βρετανοί, όμως, ήταν (είναι) μαέστροι στην πολιτική αλητεία. Ενεργοποίησαν έναν τρίτο παράγοντα, την Τουρκία, η οποία διεκδίκησε δικαιώματα στην Κύπρο χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα σ’ αυτήν. Οι Βρετανοί ενθάρρυναν διπλωματικά την Τουρκία για ενεργό ρόλο στην Κύπρο, προβάλλοντας τη θέση ότι: «υπάρχουν δυο κοινότητες στην Κύπρο». Εμπόδιζαν την Ένωση, δυσκόλευαν την ανεξαρτησία, και όξυναν την αντιπαράθεση των κοινοτήτων. Για πρώτη φορά η Τουρκία εμφανίζεται ως «εγγυήτρια δύναμη συμφερόντων». Και τότε, ”εντελώς συμπωματικά” και πολιτικά χρήσιμα, το καλοκαίρι του 1955 τη νύχτα 5 προς 6 Σεπτέμβρη εξερράγη μια βόμβα στον κήπο του τουρκικού προξενείου στη Θεσσαλονίκη.

Το προξενείο ήταν σε ένα παλιό σπίτι που λανθασμένα θεωρούνταν ως ο τόπος γέννησης του Κεμάλ Ατατούρκ. Η έκρηξη προκάλεσε μόνο μικρές ζημιές στον εξωτερικό χώρο και σε μερικά τζάμια. Η είδηση της έκρηξης διαδόθηκε αμέσως στην Τουρκία με υπερβολικές και ψευδείς αναφορές από τουρκικά ΜΜΕ. Παρουσιάστηκε ως σοβαρή, και εσκεμμένη ελληνική επίθεση. Η απογευματινή εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης İstanbul Ekspres κυκλοφόρησε έκτακτη είδηση με τον κραυγαλέο τίτλο: «ανατινάχθηκε το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Ατατούρκ». Η κυβέρνηση Μεντερές δεν περίμενε την ολοκλήρωση της έρευνας, ούτε ζήτησε εξηγήσεις από την Ελλάδα. Αντίθετα, οργάνωσε, ή διευκόλυνε μαζικές ”διαμαρτυρίες” την ίδια μέρα. Η έκρηξη χρησιμοποιήθηκε για να πυροδοτήσει βίαιες εκδηλώσεις εναντίον της ελληνικής κοινότητας στην Κωνσταντινούπολη, γνωστές ως Σεπτεμβριανά. Το εμπρηστικό αφήγημα ήταν: «Οι Έλληνες προσβάλλουν τον Ατατούρκ. Απειλούν το έθνος. Απειλούν την Τουρκία στο Κυπριακό». Η κυβέρνηση της Τουρκίας νομιμοποίησε πολιτικά τη βία κατά της ελληνικής μειονότητας.

Εξαπολύθηκαν μαζικές επιθέσεις εναντίον της ελληνικής μειονότητας στην Τουρκία, κυρίως στην Κωνσταντινούπολη. Καταστράφηκαν χιλιάδες σπίτια, έγιναν ζημιές σε ελληνικές περιουσίες, εκκλησίες και νεκροταφεία. Έγιναν δεκάδες δολοφονίες, εκατοντάδες ήταν οι τραυματίες, εκτεταμένες οι βιαιοπραγίες, οι ξυλοδαρμοί, οι λεηλασίες. Έγιναν αναφορές για περισσότερους από 200 βιασμούς σε γυναίκες και παιδιά. Για χρόνια τα γεγονότα αυτά υποβαθμίζονταν, ή αποσιωπούνταν από την ελληνική πλευρά. Τα Σεπτεμβριανά, είχαν σοβαρές συνέπειες για τον ελληνισμό της Πόλης επιταχύνοντας τη δημογραφική και κοινωνική του συρρίκνωση.

Η Βρετανία, χωρίς να ρίξει ούτε μια σφαίρα μετέτρεψε το Κυπριακό σε ελληνοτουρκική κρίση και από κατηγορούμενη, με τον κανόνα «διαίρει και βασίλευε», βρέθηκε σε ρόλο διαιτητή. Η Ελλάδα εμφανίστηκε αδύναμη, δεν θέλησε, φοβήθηκε να προστατεύσει τον Ελληνισμό της Πόλης. Η Τουρκία απέκτησε μοχλό πίεσης, άρχισε να οργανώνει την τουρκοκυπριακή πλευρά, και ενίσχυσε την ιδέα της διχοτόμησης. Η Βρετανία με την πολιτική της (το ίδιο μοντέλο είχε χρησιμοποιήσει σε Ινδία, Παλαιστίνη) χρησιμοποίησε τις κοινότητες για να κερδίσει χρόνο που οδήγησε στις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου (1960). Συμφωνίες για ένα κράτος εύθραυστο δομικά, που οδήγησε στη σύγκρουση 1963-’64 και την τούρκική εισβολή το 1974. Τα Σεπτεμβριανά έκαναν εφικτή τη βρετανική στρατηγική να μετατρέψει το κυπριακό, σε ελληνοτουρκικό αδιέξοδο.

Η ελληνική διπλωματία, αρχικά, εκτίμησε ότι επρόκειτο για αυθόρμητη λαϊκή έκρηξη. Μια ανεξέλεγκτη λαϊκή οργή λόγω του Κυπριακού. Αργότερα συνειδητοποίησαν ότι ήταν οργανωμένα, πολύ καλά σχεδιασμένα και καθοδηγούμενα από κρατικούς φορείς. Η απουσία άμεσης αστυνομικής παρέμβασης ήταν συνειδητή και υπήρξε αποτέλεσμα πολιτικής ανοχής.

Πολλοί διπλωμάτες παραδέχθηκαν αργότερα ότι, μ.α.:

  1. Η Ελλάδα δεν είχε προβλέψει το μέγεθος και τη βιαιότητα του πογκρόμ.
  2. Το πογκρόμ συνδέονταν με τον μηχανισμό «ειδικού πολέμου» και την πολιτική πίεσης στο Κυπριακό.
  3. Τα επεισόδιά υποκινήθηκαν και επιτράπηκαν σκόπιμα από τμήματα του τουρκικού κράτους.
  4. Δεν είχε γίνει επαρκής εκτίμηση της εργαλειοποίησης της μειονότητας.
  5. Υπήρχε υπερβολική εμπιστοσύνη στις διεθνείς εγγυήσεις και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
  6. Οι βιαιότητες δεν μπορούσαν να εξηγηθούν χωρίς ανοχή σε ανώτατο επίπεδο.

Η ελληνική διπλωματία, δηλαδή, κατανόησε εκ των υστέρων τα Σεπτεμβριανά ως σχεδιασμένο πλήγμα στον ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης, που επιτάχυνε τη συρρίκνωση της ομογένειας και άλλαξε οριστικά την αντίληψη για την ασφάλεια των μειονοτήτων στην Τουρκία.

Η έρευνα απέδειξε ότι ο δράστης της έκρηξης είχε σχέσεις με το τουρκικό προξενείο και ήταν Τούρκος υπήκοος. Τα υποκινούμενα από τους Άγγλους γεγονότα, όμως, δρομολόγησαν δυσάρεστες εξελίξεις στην Κύπρο.

Η επίσημη κρατική ιδεολογία αποσιωπά ή διαστρεβλώνει τα ιστορικά γεγονότα. «Η ιστορία», γράφει ο Henry Kissinger, «είναι η μνήμη των κρατών». Αυτή η μνήμη πρέπει να πληγεί, ώστε να αλλοιωθεί και το φρόνημα. Το έργο αυτό, με την ενεργό συμμετοχή της ελληνικής ελίτ, έχει τεθεί σε λειτουργία προ πολλού.

Παναγιώτης Καλογιάννης, Στοκχόλμη Μάρτης 2026