Χρονολόγιο του Κυπριακού Προβλήματος. Α΄ Μέρος
«Ο ελληνικός λαός −όπως και κάθε λαός− είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, συνεπώς είναι υπεύθυνος και για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα». Καστοριάδης.
Η ιστορία της νεότερης Κύπρου είναι μια πορεία από την αποικιοκρατία προς την ανεξαρτησία, αλλά και μια διαρκής προσπάθεια συνύπαρξης, επιβίωσης και αυτοπροσδιορισμού. Οι σημαντικότεροι σταθμοί της μπορούν να ιδωθούν όχι μόνο ως πολιτικά γεγονότα, αλλά και ως σημεία που διαμόρφωσαν την κυπριακή ταυτότητα.
1571: Οι Οθωμανοί (με την πτώση της Αμμοχώστου στις 17 Αυγούστου ύστερα από πολύμηνη πολιορκία), πήραν την Κύπρο από τους Βενετούς οι οποίοι την κατείχαν από το 1489. Αμέσως μετά, στις 7 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς, οι Οθωμανοί ηττήθηκαν στη μεγάλη ναυμαχία της Ναυπάκτου, αλλά η Κύπρος δεν επιστράφηκε στους Βενετούς.
1878: Στις 3 Μαρτίου 1878, υπογράφτηκε η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Αν και η συνθήκη αυτή δεν προέβλεπε άμεσα κάτι για την Κύπρο, επηρέασε έμμεσα την τύχη του νησιού επειδή η συνθήκη ενίσχυε σημαντικά τη Ρωσία στα Βαλκάνια, κάτι που ανησύχησε τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία προκειμένου να περιορίσει τη ρωσική επιρροή και για να ελέγχει την Ανατολική Μεσόγειο, αναζήτησε στρατηγικά ερείσματα. Ενήργησε πολύ γρήγορα, και δυο μήνες μετά, στις 4 Ιουνίου 1878, υπέγραψε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία τη Σύμβαση της Κύπρου η οποία παραχώρησε τη διοίκηση του νησιού στους Βρετανούς. Τυπικά η κυριαρχία της Κύπρου παρέμεινε Οθωμανική, ενώ η Μεγάλη Βρετανία αναλάμβανε να προστατεύσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία από τη Ρωσία, και να πληρώνει κάθε χρόνο 93.000 λίρες Αγγλίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (τον λεγόμενο «φόρο υποτέλειας»). Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σήμερα σε 1.600.000 λίρες Αγγλίας. Τα χρήματα, όμως, δεν δίνονταν από την Αγγλία, αλλά προέρχονταν από έσοδα της Κύπρου και δεν κατέληγαν στο ταμείο των Οθωμανών, αλλά χρησιμοποιούνταν για να εξυπηρετήσουν Οθωμανικά δάνεια προς ευρωπαϊκές τράπεζες, που είχαν εγγυηθεί η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία.
Ο φόρος αυτός προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια στους Κύπριους, γιατί πληρώνονταν με έσοδα της Κύπρου και δεν χρησιμοποιούνταν για επενδύσεις που θα ωφελούσαν το νησί. Η ακολουθούμενη πολιτική δεν συνέβαλε στην ανάπτυξη της Κύπρου, γιατί τα χρήματα δεν χρησιμοποιήθηκαν για την ενίσχυση της παιδείας, της υγείας κ.α.. Πλήρωναν «ξένα χρέη» υπό αποικιακή διοίκηση. Γενικά, ο φόρος υποτέλειας επιβάρυνε τον κυπριακό λαό, χωρίς να επιστρέφει οφέλη στο νησί, γεγονός που ενίσχυσε τη δυσαρέσκεια και το αντιαποικιακό κίνημα.
1914 Η Μεγάλη Βρετανία προσαρτά επίσημα την Κύπρο.
Με την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας, η Μεγάλη Βρετανία προσάρτησε μονομερώς την Κύπρο και διέκοψε την πληρωμή του φόρου.
1915. Μια χαμένη ευκαιρία για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.
Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο, ότι η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας επηρεαζόταν συχνά από τις συμμαχίες και τις οικογενειακές σχέσεις των ευρωπαϊκών βασιλικών οίκων. Κεντρικό παράδειγμα αποτελεί η σύγκρουση μεταξύ του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ και του πρωθυπουργού Ε. Βενιζέλου.
Το 1915, η Αγγλία πρότεινε στην Ελλάδα την ένωση της Κύπρου, με αντάλλαγμα τη συμμετοχή της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Η κυβέρνηση του Ε. Βενιζέλου εμφανίστηκε θετική, ωστόσο ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄, επηρεασμένος και από τον στρατιωτικό του σύμβουλο Ιωάννη Μεταξά, απέρριψε την πρόταση, επιμένοντας σε πολιτική ουδετερότητας με φιλογερμανικό προσανατολισμό.
Η απόφαση αυτή οδήγησε στη μη πραγματοποίηση της Ένωσης και όξυνε τη σύγκρουση ανάμεσα στο παλάτι και την κυβέρνηση. Η αντιπαράθεση αυτή δίχασε βαθιά την ελληνική κοινωνία και κατέληξε στον λεγόμενο Εθνικό Διχασμό, με συνέπειες πολιτικού και στρατιωτικού χαρακτήρα μακράς διάρκειας, που καθόρισαν αρνητικά την εξέλιξη της χώρας.
Η Ένωση θα ήταν μια τεράστια εθνική επιτυχία. Ίσως να είχε αποφευχθεί ο Εθνικός Διχασμός, ίσως και η έκβαση της Μικρασιατικής Εκστρατείας να ήταν διαφορετική. Το Κυπριακό δεν θα εξελισσόταν σε διεθνές ζήτημα, δεν θα υπήρχε θέμα αποαποικιοποίησης, ούτε θα οδηγούμασταν στις Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου και στην τραγωδία που ακολούθησε.
1923 Συνθήκη της Λοζάνης: Με τη Συνθήκη της Λοζάνης στις 24 Ιουλίου 1923 αναγνωρίστηκε διεθνώς η βρετανική κυριαρχία επί της Κύπρου, η οποία το 1925 ανακηρύχθηκε επίσημα αποικία της Μεγάλης Βρετανίας.
1931 Τον Οκτώβριο του 1931 έγινε εξέγερση Ελληνοκυπρίων κατά της βρετανικής κυριαρχίας, γνωστή σαν «Οκτωβριανά». Τα Οκτωβριανά του 1931 αποτελούν ένα κομβικό σημείο στην ιστορία του κυπριακού εθνικού κινήματος. Οι Βρετανοί είχαν επιβάλλει βαριά φορολογία και πολιτική καταπίεση, ενώ απέρριπταν σταθερά κάθε αίτημα για αυτοδιάθεση. Στις 21 Οκτωβρίου 1931, μετά από μαζικές συγκεντρώσεις και υποκίνηση πολιτικών και εκκλησιαστικών παραγόντων έγινε μια μαζική εξέγερση των Ελληνοκυπρίων ενάντια στην βρετανική αποικιακή διοίκηση στην Κύπρο. Οι Ελληνοκύπριοι διεκδικούσαν έντονα την Ένωση με την Ελλάδα. Το εξαγριωμένο πλήθος στη Λευκωσία επιτέθηκε και έκαψε το Κυβερνείο. Σύντομα η εξέγερση ξαπλώθηκε σε πολλές πόλεις και χωριά (Λεμεσό, Λάρνακα, Πάφο κ.ά.), ενώ κυριαρχούσαν συνθήματα υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα.
Η βρετανική αντίδραση
Η «Παλμεροκρατία» (από το όνομα του κυβερνήτη Palmer) που ακολούθησε, πήρε πολύ σκληρά μέτρα, και είναι ανάλογη της συμπεριφοράς των Βρετανών στις αποικίες όπου είχαν σκοτώσει εκατοντάδες χιλιάδες. Έγινε καταστολή με στρατό και αστυνομία. Υπήρξαν τουλάχιστον 15 νεκροί Ελληνοκύπριοι και πολλοί τραυματίες. Έκαναν μαζικές συλλήψεις, εξόρισαν κόσμο, και επέβαλλαν βαριά πρόστιμα. Κήρυξαν στρατιωτικό νόμο και επέβαλαν αυστηρή λογοκρισία στον Τύπο. Απαγόρευσαν τα πολιτικά κόμματα και κατάργησαν το Νομοθετικό συμβούλιο. Επέβαλαν περιορισμούς στην εκπαίδευση και την αστυνομία. Απαγόρευσαν την ελληνική σημαία. Απέτυχαν στρατιωτικά τα Οκτωβριανά, αλλά ενίσχυσαν την εθνική συνείδηση, ριζοσπαστικοποίησαν το κυπριακό ζήτημα, έγιναν προάγγελος σε μετέπειτα οργανωμένες διεκδικήσεις που κορυφώθηκαν το 1955 –’59 με τον αγώνα της πρώτης ΕΟΚΑ.
1950 Δημοψήφισμα των Ελληνοκυπρίων υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα.
«Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγομεν πέτρες».
Το σύνθημα ήταν γραμμένο σε τοίχους χωριών της Κύπρου τη δεκαετία του 1950, όταν ο Σεφέρης βρέθηκε στο νησί και το φωτογράφησε. Η ουσία του συνθήματος είναι: «προτιμάμε την εθνική ελευθερία και την ταυτότητα, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει φτώχεια».
Το αίτημα της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα εκφράστηκε διαχρονικά ως πολιτικό, λαϊκό και εθνικό αίτημα, τόσο με ειρηνικά όσο και με ένοπλα μέσα, ανάλογα με τις συνθήκες της εποχής. Στις 15–22 Ιανουαρίου 1950 πραγματοποιήθηκε στην Κύπρο δημοψήφισμα για την Ένωση με την Ελλάδα. Δεν επρόκειτο για επίσημο δημοψήφισμα υπό διεθνή εποπτεία, αλλά για λαϊκή ενωτική πρωτοβουλία, η οποία οργανώθηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου και όχι από τη βρετανική αποικιακή διοίκηση. Οι Τουρκοκύπριοι, που ήταν αντίθετοι με την Ένωση, δεν συμμετείχαν, ενώ στη διαδικασία έλαβαν μέρος Ελληνοκύπριοι άνω των 18 ετών. Περίπου το 95,7% των ψηφισάντων τάχθηκε υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα.
Το δημοψήφισμα αυτό θεωρείται σημαντικός σταθμός στην εξέλιξη του Κυπριακού ζητήματος, καθώς συνέβαλε στην όξυνση των εξελίξεων που, λίγα χρόνια αργότερα, οδήγησαν στον ένοπλο αγώνα της ΕΟΚΑ την περίοδο 1955–1959.
1954. Η Ελλάδα, επί πρωθυπουργίας του Αλέξανδρου Παπάγου και με υπουργό Εξωτερικών τον Στέφανο Στεφανόπουλο, προχώρησε το 1954 στη διεθνοποίηση του Κυπριακού ζητήματος. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, η ελληνική κυβέρνηση έθεσε το θέμα στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, επιδιώκοντας όχι απλώς μια γενική συζήτηση, αλλά την κατοχύρωση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης για τον κυπριακό λαό.
Στις 24 Σεπτεμβρίου 1954 εγκρίθηκε η εγγραφή του ζητήματος στην ημερήσια διάταξη με 30 ψήφους υπέρ, 19 κατά και 11 αποχές. Ωστόσο, η Μεγάλη Βρετανία, με πρόταση της Νέας Ζηλανδίας, επιδίωξε, και πέτυχε, να αποτραπεί η ουσιαστική συζήτηση φοβούμενη ενδεχόμενη υπερψήφιση της ελληνικής θέσης.
Κατά τη διάρκεια των εργασιών, αναπτύχθηκαν έντονες αντιπαραθέσεις ως προς το αν η Γενική Συνέλευση είχε αρμοδιότητα να εξετάσει το ζήτημα. Η ελληνική πλευρά υποστήριξε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης, ενώ η Τουρκία υποστήριξε ότι πρόκειται για εσωτερική υπόθεση της Βρετανίας και ότι τα Ηνωμένα Έθνη δεν έχουν δικαίωμα παρέμβασης.
Στις 13 Δεκεμβρίου 1954 το θέμα εξετάστηκε εκ νέου στην αρμόδια επιτροπή της Συνέλευσης, στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου περί αυτοδιάθεσης. Ωστόσο, κατατέθηκε αντίθετο σχέδιο από τη Νέα Ζηλανδία, το οποίο υποστηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Μεγάλη Βρετανία και την Τουρκία. Το ελληνικό σχέδιο δεν τέθηκε τελικά σε ψηφοφορία.
Στις 17 Δεκεμβρίου 1954 υιοθετήθηκε το αντί-προσχέδιο, σύμφωνα με το οποίο «το κλίμα δεν είναι προς το παρόν κατάλληλο για τη λήψη απόφασης επί του ζητήματος της Κύπρου». Έτσι, παρά την εγγραφή του θέματος στην ημερήσια διάταξη, δεν πάρθηκε ουσιαστική απόφαση.
Παρά την έκβαση αυτή, το Κυπριακό αναδείχθηκε σε διεθνές ζήτημα, συνδεδεμένο πλέον με τη διαδικασία αποαποικιοποίησης. Την ίδια στιγμή, η Τουρκία, με τη στήριξη της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, επιχείρησε να μετατοπίσει το πλαίσιο συζήτησης, παρουσιάζοντας το ζήτημα όχι ως θέμα αποαποικιοποίησης, αλλά ως διακρατική διαφωνία που σχετίζεται με την περιφερειακή ισορροπία.
1955: EOKA (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών)
«Όσοι τὸ χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αἰσθάνονται, ζυγὸν δουλείας ἂς ἔχωσι θέλει ἀρετὴν καὶ τόλμην ἡ ἐλευθερία». (Ανδρέας Κάλβος)
Η 1η Απριλίου 1955 δεν είναι μια «επέτειος ρουτίνας» για τον ελληνισμό, αλλά μια υπενθύμιση που ενοχλεί. Το σάλπισμα της ΕΟΚΑ για Ένωση, δεν χωράει εύκολα σε σχολικά βιβλία και ισορροπημένες διατυπώσεις. Ο ένοπλος αγώνας ήταν επιλογή ρήξης. Ήταν η στιγμή που μια κοινωνία είπε πως η αποικιοκρατία δεν «εξευγενίζεται», δεν «διαπραγματεύεται» επ’ άπειρον, αλλά ανατρέπεται. Γιατί πριν από τα όπλα υπήρξαν χρόνια αιτήματα που αγνοήθηκαν. Πριν από τη βία υπήρξε η αδιαφορία της εξουσίας. Και όταν όλες οι πόρτες κλείνουν, η ιστορία δείχνει πως κάποιοι διαλέγουν να τις σπάσουν. Και τις έσπασαν. Για ένα τμήμα της κυπριακής κοινωνίας ο ένοπλος αγώνας ήταν η μόνη διέξοδος. Με αρχηγό τον Γ. Γρίβα (βλ. σχετική αναφορά στον Γ. Γρίβα εδώ) , η ΕΟΚΑ υιοθέτησε μορφές ανταρτοπολέμου, στοχεύοντας κυρίως βρετανικές στρατιωτικές και διοικητικές δομές, αλλά και συνδικαλιστές ή μέλη του ΑΚΕΛ (κομμουνιστικό κόμμα της Κύπρου). Ο αγώνας χαρακτηρίστηκε από υψηλό βαθμό λαϊκής συμμετοχής, αλλά και από τη σκληρή αντίδραση των αποικιακών αρχών, με απαγορεύσεις, συλλήψεις, εκτελέσεις και μέτρα καταστολής.
Η κλαγγή των όπλων δεν είναι ένα βολικό αφήγημα. Ο αγώνας είχε αντιφάσεις, κόστος, και άφησε ανοιχτές πληγές. Δεν έφερε την Ένωση. Δεν έλυσε τα πάντα, αλλά άλλαξε τα πάντα. Και ίσως αυτό είναι που δυσκολεύει μέχρι σήμερα: ότι η ελευθερία δεν έρχεται «ομαλά», ούτε πάντα «καθαρά». Έρχεται μέσα από συγκρούσεις που δεν χωρούν σε απλουστεύσεις.
Σήμερα, σε μια εποχή που όλα τείνουν να γίνουν ουδέτερα και ακίνδυνα, η 1η Απριλίου θυμίζει κάτι άβολο: ότι οι λαοί δεν γράφουν την ιστορία τους όταν συμβιβάζονται με τα όριά τους — αλλά όταν τα ξεπερνούν.
Σήμερα, που το μισό νησί βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή και στο υπόλοιπο συνωστίζονται νέοι αποικιοκράτες, το ερώτημα δεν είναι τι συνέβη τότε. Το ερώτημα είναι τι σημαίνουν όλα αυτά σήμερα, τη στιγμή που πολλοί γύπες επιδιώκουν να αρπάξουν τις σάρκες του νησιού. “Και τώρα τι θα κάνουμε;”, όπως λέει και ο ποιητής.
Επιλεκτικές σιωπές στη μνήμη της ΕΟΚΑ.
Στο μήνυμα για την ΕΟΚΑ το 2026 της υπουργού Παιδείας της Ελλάδας, κ. Ζαχαράκη, αποσιωπάται πλήρως —και προκλητικά— το αυτονόητο: εναντίον ποιων στρεφόταν ο αγώνας. Πουθενά δεν αναφέρεται ο όρος “εθνικοαπελευθερωτικός”, ενώ απουσιάζουν επιδεικτικά ακόμη και οι λέξεις “αντιαποικιακός” και “αποικία”. Οι νέοι κοτζαμπάσηδες, θιασώτες της πλήρους υποταγής, αντιμετωπίζουν με απέχθεια κάθε έννοια αντίστασης και υπεράσπισης της εθνικής κυριαρχίας — και φροντίζουν να μεταδώσουν το ίδιο μήνυμα και στους μαθητές.
Όταν αφαιρούνται οι έννοιες που προσδιορίζουν το πλαίσιο ενός αγώνα, περιορίζεται αναπόφευκτα και η δυνατότητα ερμηνείας του από τις νεότερες γενιές. Με αυτή την έννοια, το περιεχόμενο τέτοιων μηνυμάτων δεν αφορά μόνο την απόδοση τιμής στο παρελθόν, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτό μεταφέρεται και νοηματοδοτείται στο παρόν.
1955 – Σεπτεμβριανά, πογκρόμ κατά των Ελλήνων
Η Μεγάλη Βρετανία φέρεται, σύμφωνα με ορισμένες πηγές και ερμηνείες, να είχε αναπτύξει στενή συνεργασία με μηχανισμούς του τουρκικού κράτους στο πλαίσιο του Κυπριακού, ακόμη και σε επιχειρήσεις που αποσκοπούσαν στην όξυνση της έντασης σε βάρος της ελληνικής πλευράς.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και εκτιμήσεις που συνδέουν ξένες υπηρεσίες με τη βομβιστική επίθεση στο Τουρκικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη το 1955, γεγονός που χρησιμοποιήθηκε ως αφορμή για τα λεγόμενα Σεπτεμβριανά του 1955.
Τα γεγονότα αυτά εξελίχθηκαν σε εκτεταμένες και οργανωμένες επιθέσεις κατά της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη, με καταστροφές περιουσιών, βιαιοπραγίες και σοβαρές επιπτώσεις για τον ελληνισμό της Πόλης. Τα Σεπτεμβριανά (διάβασε λεπτομέρειες εδώ) άφησαν βαθύ αποτύπωμα στην ιστορική μνήμη και επιτάχυναν τη συρρίκνωση της ελληνικής παρουσίας στην Τουρκία.
Παναγιώτης Καλογιάννης, Στοκχόλμη Μάρτης 2026
Συνεχίζεται.
Σχετικά άρθρα:
Ο Ελληνισμός της Κύπρου