Ο Γεώργιος Γρίβας («Διγενής») παραμένει μία από τις πιο αμφιλεγόμενες μορφές της νεότερης ελληνικής και κυπριακής ιστορίας. Στρατιωτικός αρχηγός της ΕΟΚΑ κατά την περίοδο 1955–1959, ηγήθηκε του ένοπλου αγώνα κατά της βρετανικής αποικιοκρατίας στην Κύπρο, με δηλωμένο στόχο την ένωση με την Ελλάδα. Ο αμφιλεγόμενος ρόλος του, ωστόσο, εξακολουθεί να διχάζει τόσο τους ιστορικούς όσο και την κοινή γνώμη.
Η πολιτική αποτίμηση του Γ. Γρίβα αποτελεί ένα από τα πιο ακανθώδη, πολωμένα και πολυσυζητημένα κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής και κυπριακής ιστορίας. Η προσωπικότητά του και η δράση του προκαλούν μέχρι σήμερα εκ διαμέτρου αντίθετες κρίσεις, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ιδεολογική και πολιτική σκοπιά του κριτή.
Αναμφισβήτητα, η πρώτη ΕΟΚΑ διεξήγαγε έναν οργανωμένο αντάρτικο αγώνα εναντίον των βρετανικών αρχών. Παράλληλα, όμως, η δράση της δεν περιορίστηκε μόνο σε επιθέσεις κατά αποικιακών στόχων. Περιλάμβανε και εκτελέσεις Κυπρίων που θεωρούνταν συνεργάτες των Βρετανών ή πολιτικοί αντίπαλοι — ιδιαίτερα από τον χώρο της αριστεράς. Σε πολλές περιπτώσεις, επρόκειτο για εκτελέσεις χωρίς δίκη και χωρίς σαφή αποδεικτικά στοιχεία, πρακτικές που θυμίζουν τις περιγραφές του Θουκυδίδη για τις εμφύλιες συγκρούσεις στην Κέρκυρα το 427 π.Χ., αλλά και την περίοδο 1945 – 1949 στην Ελλάδα.
Η παραδοσιακή αφήγηση προβάλλει τον Γρίβα ως αποτελεσματικό αντι-αποικιακό ηγέτη, ο οποίος αξιοποίησε τις αρχές του ασύμμετρου πολέμου απέναντι σε μια υπέρτερη δύναμη. Στο πλαίσιο αυτό, οι σκληρές πρακτικές παρουσιάζονται ως αναμενόμενες σε έναν τέτοιο τύπο σύγκρουσης.
Στον αντίποδα, η κριτική προσέγγιση φωτίζει πλευρές του παρελθόντος και της δράσης του που αμφισβητούν αυτή την εικόνα. Υπενθυμίζει τον ρόλο του ως ιδρυτή της οργάνωσης «Χ» στην Κατοχή και τον έντονο αντικομουνισμό του. Η οργάνωση αυτή, σύμφωνα με την ίδια οπτική, περιόριζε τη δράση της κυρίως στο κυνήγι κομμουνιστών με αντιστασιακή δράση, και χωρίς καμιά στρατιωτική δράση εναντίον των κατακτητών.
Κατηγορείται, επίσης, για αυταρχική ηγεσία, για εσωτερική βία και για στοχευμένες δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η δράση του δεν στρεφόταν μόνο κατά της αποικιοκρατίας, αλλά συνέβαλε και στον εσωτερικό διχασμό της κυπριακής κοινωνίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ στην Κύπρο οι Βρετανοί τον θεωρούσαν κύριο εχθρό και τον καταζητούσαν, ορισμένες επιλογές τακτικής —όπως η στόχευση αριστερών οργανώσεων— εκτιμάται ότι εξυπηρετούσαν έμμεσα και αποικιακά συμφέροντα, αποδυναμώνοντας εσωτερικά το αντιαποικιακό μέτωπο.
Ο έντονος αντικομουνισμός του επηρέασε καθοριστικά τη στρατηγική του. Οι δολοφονίες συνδικαλιστών και μελών του ΑΚΕΛ καταγράφονται από μερίδα της ιστοριογραφίας ως μορφή εσωτερικού «ξεκαθαρίσματος». Την ίδια στιγμή, επιθέσεις με εκρηκτικά και άλλες ενέργειες προκάλεσαν και παράπλευρες απώλειες, ενώ δεν έλειψαν οι εντάσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.
Το ερώτημα που παραμένει είναι κατά πόσο αυτές οι επιλογές ενίσχυαν τον αγώνα ή υπονόμευαν τις προοπτικές μιας πολιτικής λύσης. Η έλλειψη σταθερού συντονισμού με τις ελληνικές κυβερνήσεις, αλλά και οι εντάσεις με την πολιτική ηγεσία της Κύπρου —ιδίως με τον Μακάριο— καταδεικνύουν ένα σύνθετο και συχνά αντιφατικό πλαίσιο δράσης.
Ο Γρίβας δεν υπήρξε μια μονοδιάστατη προσωπικότητα. Για ένα μέρος της κυπριακής και της ελληνικής Δεξιάς / Ακροδεξιάς, είναι ο θρυλικός Αρχηγός Διγενής, ο ανιδιοτελής αγωνιστής της ελευθερίας και της Ένωσης.
Για την Αριστερά το Κέντρο και μεγάλο μέρος των ανεξάρτητων αναλυτών, είναι ένας δογματικός, μοιραίος και αυταρχικός στρατιωτικός του οποίου οι φανατικές εμμονές και η υπονόμευση της νόμιμης κυπριακής κυβέρνησης συνέβαλαν καθοριστικά στην τραγωδία του 1974.
Ίσως τελικά η περίπτωση του να επιβεβαιώνει μια διαχρονική ιστορική παρατήρηση: ότι οι εθνικοί αγώνες δεν κρίνονται μόνο από τον στόχο τους, αλλά και από τα μέσα που επιλέγονται για την επίτευξή του.
ΑΚΕΛ – Γρίβας: ρεαλισμός, βία και ιστορικά όρια
Η κατάσταση στην Κύπρο κατά την περίοδο της ΕΟΚΑ (1955–1959) δεν προσφέρεται για απλοϊκές ερμηνείες. Ήταν μια συγκυρία όπου ο αντιαποικιακός αγώνας συνυπήρξε με έντονες εσωτερικές αντιθέσεις, ιδεολογικές συγκρούσεις και στρατηγικά διλήμματα.
Η ΕΟΚΑ έθεσε ως κεντρικό στόχο την Ένωση με την Ελλάδα και επέλεξε τον ένοπλο αγώνα ως μέσο πίεσης απέναντι στη βρετανική αποικιοκρατία. Αντίθετα, το ΑΚΕΛ, ενταγμένο στο ευρύτερο πλαίσιο της Αριστεράς της εποχής, απέρριψε τη συγκεκριμένη στρατηγική, προκρίνοντας πολιτικές και μαζικές μορφές δράσης. Η διαφωνία αυτή δεν έμεινε στο επίπεδο της θεωρίας· μετατράπηκε σε βαθύ ρήγμα μέσα στην ίδια την κυπριακή κοινωνία.
Η ηγεσία της ΕΟΚΑ αντιμετώπισε τμήματα του ΑΚΕΛ με καχυποψία, θεωρώντας ότι υπονόμευαν τον αγώνα ή συνεργάζονταν με τις αποικιακές αρχές. Ωστόσο, τέτοιες κατηγορίες δεν τεκμηριώθηκαν με σαφή και αδιάσειστα στοιχεία. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η πολιτική αντιπαράθεση εκφυλίστηκε σε πρακτικές εκφοβισμού, βίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δολοφονιών. ΑΚΕΛίτες στιγματίστηκαν ως «προδότες» ή «αντεθνικοί» χωρίς δικαστική διαδικασία — μια εξέλιξη που φανερώνει τη μετάβαση από την πολιτική σύγκρουση στη λογική της φυσικής εξόντωσης.
Ο Γρίβας, έντονα αντικομουνιστής, μετέφερε στην Κύπρο στοιχεία της μετεμφυλιακής ελληνικής εμπειρίας: καχυποψία απέναντι στην Αριστερά, λογικές εκκαθάρισης και μια αντίληψη όπου ο πολιτικός αντίπαλος μπορεί να μετατραπεί σε εσωτερικό εχθρό. Το αποτέλεσμα ήταν μια μορφή «εσωτερικής σύγκρουσης» μέσα στον αντιαποικιακό αγώνα — όχι ισοδύναμη με εμφύλιο πόλεμο, αλλά αρκετά έντονη ώστε να αφήσει βαθιά τραύματα.
Σε αυτό το σημείο, η αναλογία με τα «Κερκυραϊκά» του Θουκυδίδη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στην περιγραφή της στάσης της Κέρκυρας, ο Θουκυδίδης δείχνει πώς, σε συνθήκες πόλωσης, οι ηθικές σταθερές καταρρέουν, η γλώσσα διαστρέφεται και οι πράξεις αποκτούν αντίστροφη σημασία: «η τόλμη λογιζόταν ανδρεία και η σύνεση δειλία». Αν και η Κύπρος της δεκαετίας του 1950 δεν γνώρισε πλήρη εμφύλια κατάρρευση, παρατηρούνται ορισμένες ανάλογες δυναμικές: η νομιμοποίηση της βίας, η δαιμονοποίηση του αντιπάλου και η μετατροπή προσωπικών ή τοπικών αντιπαλοτήτων σε «εθνικές» κατηγορίες.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι σε ορισμένες περιπτώσεις κατηγορίες περί συνεργασίας με τους Βρετανούς λειτούργησαν ως πρόσχημα για την επίλυση προσωπικών διαφορών — ένα φαινόμενο γνωστό σε πολλές κοινωνίες υπό πίεση. Αυτό δεν αναιρεί τον αντιαποικιακό χαρακτήρα του αγώνα, αλλά αναδεικνύει τα όρια και τις αντιφάσεις του.
Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο ηθικό· είναι και βαθιά πολιτικό. Το ΑΚΕΛ φαίνεται να είχε μια πιο ρεαλιστική ανάγνωση του διεθνούς πλαισίου: στον Ψυχρό Πόλεμο, η Βρετανική Αυτοκρατορία και το ΝΑΤΟ δύσκολα θα επέτρεπαν μια εξέλιξη όπως η Ένωση, ενώ η Τουρκία αποτελούσε ήδη έναν κρίσιμο παράγοντα. Από αυτή την άποψη, η έμφαση σε πολιτικές και διπλωματικές διαδικασίες δεν ήταν απλώς ιδεολογική επιλογή, αλλά εκτίμηση του «εφικτού».
Από την άλλη πλευρά, ο Γρίβας αντιλήφθηκε κάτι εξίσου πραγματικό: ότι η αποικιοκρατία σπάνια υποχωρεί χωρίς πίεση και ότι η κοινωνική δυναμική ευνοούσε τη δράση και όχι την αναμονή. Ο ένοπλος αγώνας δημιούργησε κόστος για τους Βρετανούς και επιτάχυνε τις εξελίξεις. Ωστόσο, υπερεκτίμησε τον τελικό στόχο — την Ένωση — και υποτίμησε τον ρόλο των διεθνών ισορροπιών.
Εδώ αναδεικνύεται το «παράδοξο» της εποχής: το ΑΚΕΛ διέθετε πιο ρεαλιστικό στόχο, αλλά ανεπαρκή μέσα για να τον επιβάλει. Ο Γρίβας διέθετε αποτελεσματικά μέσα πίεσης, αλλά έναν στόχο που δεν ήταν γεωπολιτικά εφικτός.
Η κυπριακή εμπειρία δείχνει, τελικά, κάτι ευρύτερο: σε συνθήκες έντασης, οι κοινωνίες δεν συγκρούονται μόνο με τον «εξωτερικό εχθρό», αλλά και με τον εαυτό τους. Και, όπως θα έλεγε ο Θουκυδίδης, τότε ο άνθρωπος πράγματι «γίνεται δάσκαλος της βίας».
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι ίσως το πιο δύσκολο: τι θα μπορούσε να είχε συμβεί αν υπήρχε μεγαλύτερη εσωτερική συνοχή και μια μορφή συνεννόησης μεταξύ των δύο πλευρών; Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη — αλλά αξίζει να τεθεί.
Παναγιώτης Καλογιάννης, Στοκχόλμη Μάρτης 2026
ΥΓ: Αναφορά για τη συνεργασία του Γρίβα με τη Χούντα, την ΕΟΚΑ Β΄, και τον ενεργό του ρόλο σε προσπάθειες ανατροπής / δολοφονίας του Μακάριου, θα γίνει σε επόμενη ανάρτηση.